73 αποτελέσματα για «緊»
緊急車両 きんきゅうしゃりょう
ουσιαστικό
- 01 όχημα έκτακτης ανάγκης
緊縮 きんしゅく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σφίξιμο, συρρίκνωση, σύσπαση, περιορισμός
- 02 οικονομική περικοπή, οικονομία, λιτότητα, μείωση εξόδων
緊急速報 きんきゅうそくほう
ουσιαστικό
- 01 έκτακτη ειδοποίηση (μέσω κινητού τηλεφώνου, email κ.λπ.), επείγον προειδοποιητικό μήνυμα
緊急度 きんきゅうど
ουσιαστικό
- 01 βαθμός επείγοντος
緊急対策 きんきゅうたいさく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έκτακτα μέτρα, επείγοντα αντίμετρα
緊急逮捕 きんきゅうたいほ
ουσιαστικό
- 01 κατεπείγουσα σύλληψη (χωρίς ένταλμα)
緊急着陸 きんきゅうちゃくりく
ουσιαστικό
- 01 εκτακτη προσγειωση
緊張関係 きんちょうかんけい
ουσιαστικό
- 01 τεταμένη σχέση, τεταμένες σχέσεις, πιεσμένες επαφές, πιεσμένοι δεσμοί, ένταση
緊急動議 きんきゅうどうぎ
ουσιαστικό
- 01 κατεπείγουσα πρόταση
緊張緩和 きんちょうかんわ
ουσιαστικό
- 01 αποκλιμάκωση εντάσεων, ύφεση, εξομάλυνση σχέσεων
緊急記者会見 きんきゅうきしゃかいけん
ουσιαστικό
- 01 έκτακτη συνέντευξη τύπου, εσπευσμένα συγκαλούμενη συνέντευξη τύπου, αυτοσχέδια συνέντευξη τύπου
緊急通報 きんきゅうつうほう
ουσιαστικό
- 01 κλήση έκτακτης ανάγκης
緊要 きんよう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 βαρυσήμαντος, επιτακτικός, επείγων, σημαντικός, ζωτικός
緊急集会 きんきゅうしゅうかい
ουσιαστικό
- 01 έκτακτη συνεδρίαση της άνω βουλής του Κοινοβουλίου (σε απόκριση στη διάλυση της κάτω βουλής)
緊縮財政 きんしゅくざいせい
ουσιαστικό
- 01 περικοπή προϋπολογισμού, δημοσιονομική λιτότητα
緊急浮上 きんきゅうふじょう
ουσιαστικό
- 01 έκτακτη ανάδυση (υποβρυχίου), επείγουσα ανάδυση
緊急支援 きんきゅうしえん
ουσιαστικό
- 01 έκτακτη βοήθεια, έκτακτη συνδρομή
緊急地震速報 きんきゅうじしんそくほう
ουσιαστικό
- 01 ειδοποίηση έγκαιρης προειδοποίησης σεισμού, EEW
緊急電話 きんきゅうでんわ
ουσιαστικό
- 01 επείγουσα τηλεφωνική κλήση, κλήση έκτακτης ανάγκης
緊張病 きんちょうびょう
ουσιαστικό
- 01 κατατονία