101 αποτελέσματα για «線»

線描 せんびょう

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμικό σχέδιο
線香立て せんこうたて

ουσιαστικό

  1. 01 βάση για στικ θυμιάματος (σενκό), θυμιατό
線が太い せんがふとい

άλλο, επίθετο

  1. 01 εντυπωσιακός, στιβαρός
線形代数 せんけいだいすう

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμική άλγεβρα
線維症 せんいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ίνωση
線量計 せんりょうけい

ουσιαστικό

  1. 01 δοσιμετρητής
線毛 せんもう

ουσιαστικό

  1. 01 σερμού, ίνα
線区 せんく

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηροδρομική γραμμή, διαδρομή λεωφορείου
線虫類 せんちゅうるい

ουσιαστικό

  1. 01 νηματώδεις
線香代 せんこうだい

ουσιαστικό

  1. 01 χρήματα που προσφέρονται σε κηδεία, χρήματα για θυμίαμα (σενκόνται)
  2. 02 αμοιβή για τον χρόνο μιας γκέισας (σενκόνται)
線表 せんぴょう

ουσιαστικό

  1. 01 διάγραμμα Γκαντ
線審 せんしん

ουσιαστικό

  1. 01 επόπτης γραμμής
線維筋痛症 せんいきんつうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ινομυαλγία
線形結合 せんけいけつごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γραμμικός συνδυασμός
線形微分方程式 せんけいびぶんほうていしき

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμική διαφορική εξίσωση
線速度 せんそくど

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμική ταχύτητα
線形関数 せんけいかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμική συνάρτηση
線形計画法 せんけいけいかくほう

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμικός προγραμματισμός
線材 せんざい

ουσιαστικό

  1. 01 συρματόσυρμα, σύρμα
線形代数学 せんけいだいすうがく

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμική άλγεβρα