39 αποτελέσματα για «締»

締め固める しめかためる

ρήμα

  1. 01 συμπιέζω
締木 しめぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ελαιοπιεστήριο
締め具 しめぐ

ουσιαστικό

  1. 01 σφιγκτήρας, πόρπη, συνδετήρας, δέστρα
締め日 しめび

ουσιαστικό

  1. 01 προθεσμία, καταληκτική ημερομηνία, ημέρα κλεισίματος, ημέρα διακανονισμού (πληρωμής), ημερομηνία λήξης
締盟 ていめい

ουσιαστικό

  1. 01 σύναψη συμμαχίας, υπογραφή συνθήκης συμμαχίας
締め込み しめこみ

ουσιαστικό

  1. 01 ζώνη παλαιστή
締め金 しめがね

ουσιαστικό

  1. 01 πόρπη, σφιγκτήρας, κούμπωμα
締約 ていやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύναψη συνθήκης
締結日 ていけつび

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία σύναψης (π.χ. σύμβασης), ημερομηνία συμφωνίας, ημερομηνία επικύρωσης (π.χ. συνθήκης)
締めくくりをつける しめくくりをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ολοκληρώνω, φέρνω σε πέρας, καταλήγω, δίνω ένα τέλος
締まらない しまらない

άλλο, επίθετο

  1. 01 χαλαρός, απρόσεκτος, πρόχειρος, ανοργάνωτος
締め高 しめだか

ουσιαστικό

  1. 01 άθροισμα, συνολικό ποσό
締めパフェ しめパフェ

ουσιαστικό

  1. 01 παγωτό παρφέ που καταναλώνεται στο τέλος ενός γεύματος
締めて しめて

επίρρημα

  1. 01 συνολικά, εν συνόλω
締太鼓 しめだいこ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό ιαπωνικό τύμπανο ή τάικο με την επιφάνεια του τεντωμένη με σχοινιά
締め代 しめしろ

ουσιαστικό

  1. 01 παρεμβολή, σφήνωμα
締め紐 しめひも

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμιζόμενο λουράκι, περικάρπιο, κορδόνι περίδεσης
締焼 しめやき

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο ψήσιμο πηλού
  2. 02 μπισκουί (κεραμική)
  1. 01 σφίγγω
  2. 02 δένω
  3. 03 κλείνω
  4. 04 κλειδώνω
  5. 05 στερεώνω, δένω, κουμπώνω