63 αποτελέσματα για «編»
編み笠 あみがさ
ουσιαστικό
- 01 πλεκτό ψάθινο καπέλο
編纂者 へんさんしゃ
ουσιαστικό
- 01 επιμελητής, συντάκτης
編隊飛行 へんたいひこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σχηματισμός πτήσης, πτήση σε σχηματισμό
編み棒 あみぼう
ουσιαστικό
- 01 βελόνα πλεξίματος
編みぐるみ あみぐるみ
ουσιαστικό
- 01 αμιγκουρούμι, πλεκτό λούτρινο παιχνίδι με βελονάκι ή βελόνες
編著 へんちょ
ουσιαστικό
- 01 συλλογή
編集局 へんしゅうきょく
ουσιαστικό
- 01 συντακτική επιτροπή, συντακτικό τμήμα, συντακτικό γραφείο
編集委員 へんしゅういいん
ουσιαστικό
- 01 μέλος εκδοτικής επιτροπής, μέλος συντακτικής ομάδας, ανώτερος συντάκτης (εφημερίδας)
編曲者 へんきょくしゃ
ουσιαστικό
- 01 ενορχηστρωτής (μουσικής)
編集局長 へんしゅうきょくちょう
ουσιαστικό
- 01 διευθυντής σύνταξης, αρχισυντάκτης
編み針 あみばり
ουσιαστικό
- 01 βελόνια πλεξίματος
編み機 あみき
ουσιαστικό
- 01 πλεκτομηχανή
編上靴 あみあげぐつ
ουσιαστικό
- 01 μποτάκια με κορδόνια
編上靴 へんじょうか
ουσιαστικό
- 01 αρβύλες με κορδόνια
編年 へんねん
ουσιαστικό
- 01 χρονολογία
編みかご あみかご
ουσιαστικό
- 01 ψάθινο καλάθι, πλεκτό καλάθι
編年体 へんねんたい
ουσιαστικό
- 01 χρονολογική σειρά (μορφή ιστορικής γραφής), χρονολογική ταξινόμηση
編み合わせる あみあわせる
ρήμα
- 01 πλέκω μαζί, συνυφαίνω
編木 びんざさら
ουσιαστικό
- 01 κρουστό μουσικό όργανο που αποτελείται από μικρά κομμάτια ξύλου περασμένα σε σχοινί (μπινζασάρα)
編曲家 へんきょくか
ουσιαστικό
- 01 ενορχηστρωτής