79 αποτελέσματα για «縁»

縁もゆかりもない えんもゆかりもない

άλλο

  1. 01 χωρίς καμία απολύτως σχέση, χωρίς καμία απολύτως επαφή, ξένος
縁の下 えんのした

ουσιαστικό

  1. 01 αθέατος, στο παρασκήνιο, απαρατήρητος, κάτω από τη βεράντα (εν νο σίτα)
縁戚 えんせき

ουσιαστικό

  1. 01 συγγενής
縁起が悪い えんぎがわるい

άλλο

  1. 01 κακός οιωνός, δυσάρεστη προαίσθηση, γρουσούζικος
ゆかり

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδεση (με πρόσωπο, τόπο, κ.λπ.), σχέση, συγγένεια
縁起物 えんぎもの

ουσιαστικό

  1. 01 φυλαχτό, γούρι
縁起の悪い えんぎのわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 κακότυχος, δυσοίωνος, γρουσούζικος
縁台 えんだい

ουσιαστικό

  1. 01 παγκάκι (εξωτερικού χώρου)
縁石 えんせき

ουσιαστικό

  1. 01 κρασπεδόλιθος, πεζοδρόμιο
縁起がいい えんぎがいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 καλότυχος, ευοίωνος, τυχερός, που προμηνύει καλά αποτελέσματα (για)
縁先 えんさき

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη της βεράντας
縁切り えんきり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χωρισμός, διαζύγιο, διακοπή σχέσεων
縁の下の力持ち えんのしたのちからもち

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αφανής ήρωας, κάποιος που εκτελεί μια αχάριστη εργασία
縁続き えんつづき

ουσιαστικό

  1. 01 συγγενής
縁結びの神 えんむすびのかみ

ουσιαστικό

  1. 01 θεός του γάμου, προξενητής
縁の遠い えんのとおい

άλλο, επίθετο

  1. 01 μακρινός συγγενής
縁飾り ふちかざり

ουσιαστικό

  1. 01 φεστόνι, δαντελωτό τελείωμα, βολάν
縁が遠い えんがとおい

άλλο, επίθετο

  1. 01 μακρινός συγγενής
縁起を担ぐ えんぎをかつぐ

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι προληπτικός, πιστεύω σε οιωνούς
よすが

ουσιαστικό

  1. 01 στήριγμα, βοήθημα, στοιχείο, μέσο
  2. 02 πρόσωπο εμπιστοσύνης, συγγενής
  3. 03 ενθύμιο, ανάμνηση