27 αποτελέσματα για «縄»
縄手 なわて
ουσιαστικό
- 01 μονοπάτι ανάμεσα σε ορυζώνες
縄編み針 なわあみばり
ουσιαστικό
- 01 βελόνα για πλεξούδες (πλέξιμο)
縄文字 なわもじ
ουσιαστικό
- 01 κίπου, κόμποι επικοινωνίας
縄張り行動 なわばりこうどう
ουσιαστικό
- 01 εδαφική συμπεριφορά, περιοχή δράσης
縄ベッド なわベッド
ουσιαστικό
- 01 σαρπάι (πλεκτό κρεβάτι), κρεβάτι σαρπάι, σαρπόι
縄目の恥 なわめのはじ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 η ατίμωση της σύλληψης και του δεσίματος ως εγκληματίας
縄
- 01 αχυρόσχοινο
- 02 σχοινί