76 αποτελέσματα για «縦»
縦巻き たてまき
ουσιαστικό
- 01 διαμήκες τύλιγμα, μπούκλα (π.χ. μαλλιών)
縦糸 たていと
ουσιαστικό
- 01 στημόνι (υφαντική)
縦棒 たてぼう
ουσιαστικό
- 01 κάθετη γραμμή, κατακόρυφη μπάρα, όρθιος, στέλεχος νότας (μουσική)
縦陣 じゅうじん
ουσιαστικό
- 01 φάλαγγα, παράταξη σε στήλη
縦型 たてがた
ουσιαστικό
- 01 κατακόρυφος, προσανατολισμένος κατά ύψος, διαμήκης
縦向き たてむき
ουσιαστικό
- 01 κατακόρυφος προσανατολισμός, κάθετος προσανατολισμός
縦読み たてよみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάγνωση του πρώτου χαρακτήρα κάθε γραμμής σε ένα οριζόντια γραμμένο κείμενο (για να αποκαλυφθεί μια κρυφή λέξη ή μήνυμα), ακροστιχική ανάγνωση
縦巻きロール たてまきロール
ουσιαστικό
- 01 δαχτυλίδια, μπούκλες σε σχήμα δαχτυλιδιού, μπούκλες λουκάνικα
縦列駐車 じゅうれつちゅうしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράλληλο παρκάρισμα, στάθμευση στην άκρη του δρόμου
縦貫 じゅうかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κάθετη διαπέραση, διαδρομή
縦帆 じゅうはん
ουσιαστικό
- 01 ιστίο διαμήκους τοποθέτησης
縦隔 じゅうかく
ουσιαστικό
- 01 μεσοθωράκιο
縦中横 たてちゅうよこ
ουσιαστικό
- 01 χρήση οριζόντιων χαρακτήρων σε κάθετη γραφή
縦覧 じゅうらん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιθεώρηση, ελεύθερη θέαση, ανάγνωση
縦結び たてむすび
ουσιαστικό
- 01 τάτεμουσουμπι (ένας ασταθής κόμπος που λύνεται εύκολα)
縦しや よしや
επίρρημα
- 01 υποθέτοντας ότι, ακόμα κι αν
縦し よし
επίρρημα
- 01 έστω και αν, ακόμη και αν
縦組み たてぐみ
ουσιαστικό
- 01 κάθετη στοίχιση κειμένου
縦断面 じゅうだんめん
ουσιαστικό
- 01 διαμήκης τομή
縦波 たてなみ
ουσιαστικό
- 01 διαμήκης κύμα