33 αποτελέσματα για «縫»

縫工 ほうこう

ουσιαστικό

  1. 01 ράφτης, μοδίστρα
縫工筋 ほうこうきん

ουσιαστικό

  1. 01 ραπτικός μυς
縫い模様 ぬいもよう

ουσιαστικό

  1. 01 κεντημένο σχέδιο
縫い込み ぬいこみ

ουσιαστικό

  1. 01 πιέτα, σούρα
縫い紋 ぬいもん

ουσιαστικό

  1. 01 κεντημένο οικόσημο
縫い返す ぬいかえす

ρήμα

  1. 01 ξαναράβω
縫い止める ぬいとめる

ρήμα

  1. 01 ράβω μαζί, στερεώνω με ραφή
縫い揚げ ぬいあげ

ουσιαστικό

  1. 01 πιέτα, τσίκι
縫い代を割る ぬいしろをわる

άλλο, ρήμα

  1. 01 στερεώνω το εσωτερικό περιθώριο ραφής για να μην μετακινείται, ανοίγω το περιθώριο ραφής με το σίδερο (πιέζοντας προς τα έξω και στις δύο πλευρές)
縫腋の袍 ほうえきのほう

ουσιαστικό

  1. 01 ενδυμασία με στρογγυλεμένο γιακά, ραμμένα πλάγια και τμήμα 'ραν', που φοριέται από τον αυτοκράτορα και τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους
縫腋 ほうえき

ουσιαστικό

  1. 01 ραμμένη πλευρά σε παραδοσιακά ιαπωνικά ενδύματα, ένδυμα με ραμμένη πλευρά
  2. 02 ένδυμα με στρογγυλό γιακά, ραμμένες πλευρές και ραν, το οποίο φοριέται από τον αυτοκράτορα και υψηλόβαθμους αξιωματούχους
縫線核 ほうせんかく

ουσιαστικό

  1. 01 ραφιαίοι πυρήνες
  1. 01 ράβω
  2. 02 ράβω, κεντάω
  3. 03 κεντάω