34 αποτελέσματα για «繊»
繊度 せんど
ουσιαστικό
- 01 λεπτότητα
繊条 せんじょう
ουσιαστικό
- 01 νήμα, ίνα
繊維素原 せんいそげん
ουσιαστικό
- 01 ινωδογόνο
繊蘿蔔 せんろふ
ουσιαστικό
- 01 λευκό ραπάνι κομμένο σε λεπτές λωρίδες (ζουλιέν), λωρίδες από λευκό ραπάνι
繊維細胞 せんいさいぼう
ουσιαστικό
- 01 ινώδες κύτταρο (ίνα)
繊維組織 せんいそしき
ουσιαστικό
- 01 ινώδης δομή
- 02 ινώδης ιστός
繊毛平虫 センモウヒラムシ
ουσιαστικό
- 01 Τριχοπλάκας ο προσκολλημένος (είδος πλακόζωου)
繊毛運動 せんもううんどう
ουσιαστικό
- 01 κροσσωτή κίνηση
繊維ガラス せんいガラス
ουσιαστικό
- 01 υαλοβάμβακας
繊維癌 せんいがん
ουσιαστικό
- 01 ινομά
繊維学 せんいがく
ουσιαστικό
- 01 υφαντολογία
繊維工業構造改善事業協会 せんいこうぎょうこうぞうかいぜんじぎょうきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Οργανισμός αναδιάρθρωσης της κλωστοϋφαντουργίας
繊維評価技術協議会 せんいひょうかぎじゅつきょうぎかい
ουσιαστικό
- 01 Συμβούλιο Τεχνολογίας Αξιολόγησης Κλωστοϋφαντουργικών Προϊόντων της Ιαπωνίας
繊
- 01 λεπτός
- 02 λεπτός
- 03 λεπτό κιμονό