33 αποτελέσματα για «織»

織目 おりめ

ουσιαστικό

  1. 01 υφή, το κενό ανάμεσα στις κλωστές (π.χ. σε ύφασμα)
織部焼 おりべやき

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικά Ορίμπε (στυλ ιαπωνικής κεραμικής)
織り糸 おりいと

ουσιαστικό

  1. 01 νήμα, κλωστή
織り込み おりこみ

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ύφανση μέσα σε κάτι, ενσωμάτωση, συνυπολογισμός
織豊時代 しょくほうじだい

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Σοκουχό (δηλαδή η περίοδος Αζούτσι-Μομογιάμα, περ. 1568-1600)
織り元 おりもと

ουσιαστικό

  1. 01 υφαντουργός, κατασκευαστής υφασμάτων
織り地 おりじ

ουσιαστικό

  1. 01 υφή
  2. 02 ύφασμα
織り子 おりこ

ουσιαστικό

  1. 01 υφαντής, υφάντρια
織り色 おりいろ

ουσιαστικό

  1. 01 χρώμα υφαντού υφάσματος
織物の耳 おりもののみみ

ουσιαστικό

  1. 01 ουλα (μη ξεφτισμένη μηχανική άκρη υφασμάτων), παρυφή
織物組織 おりものそしき

ουσιαστικό

  1. 01 ύφανση υφάσματος
織部流 おりべりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή τσαγιού Οριμπέ
  1. 01 υφαίνω
  2. 02 ύφασμα