53 αποτελέσματα για «繰»

繰り延べる くりのべる

ρήμα

  1. 01 αναβάλλω, μεταθέτω, μεταφέρω σε μεταγενέστερη ημερομηνία
繰り寄せる くりよせる

ρήμα

  1. 01 τραβώ προς το μέρος μου
繰り上げ当選 くりあげとうせん

ουσιαστικό

  1. 01 εκλέγομαι λόγω θανάτου ή αποκλεισμού άλλου υποψηφίου
繰り綿 くりわた

ουσιαστικό

  1. 01 γνεμένο βαμβάκι
繰越金 くりこしきん

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφερόμενο υπόλοιπο, υπόλοιπο νέας χρήσης
繰り戸 くりど

ουσιαστικό

  1. 01 συρόμενη πόρτα
繰り延べ くりのべ

ουσιαστικό

  1. 01 αναβολή
繰糸 そうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτύλιξη μεταξιού
繰り込み くりこみ

ουσιαστικό

  1. 01 επανακανονικοποίηση
繰り返しゲーム くりかえしゲーム

ουσιαστικό

  1. 01 επαναλαμβανόμενο παίγνιο (θεωρία παιγνίων)
繰入 くりいれ

ουσιαστικό

  1. 01 εισροή χρημάτων, μεταφορά κονδυλίων από προηγούμενη περίοδο
繰り取る くりとる

ρήμα

  1. 01 ξετυλίγω από καρούλι
繰り戻す くりもどす

ρήμα

  1. 01 επιστρέφω στη θέση του, επαναφέρω
繰形 くりかた

ουσιαστικό

  1. 01 κορνίζα, περίγραμμα
繰り合わす くりあわす

ρήμα

  1. 01 εξοικονομώ χρόνο, διευθετώ υποθέσεις
繰り込み群 くりこみぐん

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα επανακανονικοποίησης
繰り返し符号 くりかえしふごう

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβολο επανάληψης, επανάληψη του προηγούμενου χαρακτήρα
繰り入れ金 くりいれきん

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφερόμενο χρηματικό ποσό
繰り出し梯子 くりだしはしご

ουσιαστικό

  1. 01 πτυσσόμενη σκάλα, τηλεσκοπική σκάλα
繰り込み理論 くりこみりろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία επανακανονικοποίησης