43 αποτελέσματα για «罪»

罪障 ざいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αμαρτήματα (που εμποδίζουν την είσοδο στη μακαριότητα)
罪の報い つみのむくい

άλλο

  1. 01 τιμωρία για το έγκλημα κάποιου, ανταπόδοση για το αμάρτημα κάποιου
罪に陥る つみにおちいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διολισθαίνω στην αμαρτία
罪跡 ざいせき

ουσιαστικό

  1. 01 ίχνη εγκλήματος, αποδεικτικά στοιχεία εγκλήματος
罪責 ざいせき

ουσιαστικό

  1. 01 ευθύνη ή καταλογισμός για έγκλημα
罪の報いを受ける つみのむくいをうける

άλλο, ρήμα

  1. 01 πληρώνω για το παράπτωμά μου, δέχομαι τιμωρία για το έγκλημά μου
罪証 ざいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποδεικτικό στοιχείο (εγκλήματος)
罪状認否 ざいじょうにんぴ

ουσιαστικό

  1. 01 απαγγελία κατηγορητηρίου, δήλωση περί ενοχής ή μη
罪のない嘘 つみのないうそ

άλλο

  1. 01 αθώο ψέμα, μικροψέμα
罪を着る つみをきる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω την ευθύνη (για το έγκλημα ή το λάθος κάποιου άλλου), επωμίζομαι την ευθύνη (για), κατηγορούμαι για κάποιο έγκλημα
罪刑法定主義 ざいけいほうていしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή της νομιμότητας, δεν υπάρχει ποινή χωρίς νόμο
罪障消滅 ざいしょうしょうめつ

ουσιαστικό

  1. 01 εξάλειψη των αμαρτιών
罪源 ざいげん

ουσιαστικό

  1. 01 υπόσταση αμαρτίας, πηγή αμαρτίας
罪囚 ざいしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 φυλακισμένος, κατάδικος
罪する つみする

ρήμα

  1. 01 κατηγορώ, καταδικάζω, τιμωρώ
罪体 ざいたい

ουσιαστικό

  1. 01 υλική υπόσταση εγκλήματος (συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία ενός εγκλήματος, π.χ. ένα σώμα διάτρητο από σφαίρες)
罪人を流す ざいにんをながす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξορίζω έναν εγκληματία
罪状明白 ざいじょうめいはく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 τεκμηριωμένη ενοχή για έγκλημα, αποδεδειγμένη ενοχή για έγκλημα, σαφής προσδιορισμός της φύσης του αδικήματος
罪状糾明 ざいじょうきゅうめい

ουσιαστικό

  1. 01 εξονυχιστική εξέταση (ανάκριση) των συγκεκριμένων περιστάσεων ενός εγκλήματος
罪数 ざいすう

ουσιαστικό

  1. 01 πλήθος εγκλημάτων