54 αποτελέσματα για «置»

置き引き おきびき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλοπή αποσκευών που έχουν αφεθεί προσωρινά χωρίς επιτήρηση
  2. 02 κλέφτης αποσκευών
置き換え おきかえ

ουσιαστικό

  1. 01 αντικατάσταση, υποκατάστατο, μετατόπιση, μετάθεση, επαναφορά
置きに行く おきにいく

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίζω εκ του ασφαλούς, επιλέγω τη σίγουρη λύση
置き傘 おきがさ

ουσιαστικό

  1. 01 εφεδρική ομπρέλα που διατηρείται (στην εργασία) για την περίπτωση ξαφνικής βροχής
置屋 おきや

ουσιαστικό

  1. 01 οίκυα (οίκος γκεϊσών, επιχείρηση που λειτουργεί ως γραφείο ευρέσεως εργασίας για τις γκεϊσές που είναι εγγεγραμμένες σε αυτήν)
置いてきぼりを食らう おいてきぼりをくらう

άλλο, ρήμα

  1. 01 μένω πίσω, εγκαταλείπομαι
置き石 おきいし

ουσιαστικό

  1. 01 πέτρα τοποθετημένη πάνω σε σιδηροδρομικές γραμμές (από παιδιά)
  2. 02 διακοσμητική πέτρα κήπου
  3. 03 πέτρα πλεονεκτήματος (στο παιχνίδι γκο)
置き方 おきかた

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθέτηση
  2. 02 διάταξη
置き勉 おきべん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφήνω όλα τα σχολικά βιβλία και τα είδη μου στο σχολείο
置けばよかった おけばよかった

άλλο

  1. 01 μακάρι να το είχα αφήσει/τοποθετήσει, θα έπρεπε να το είχα αφήσει/τοποθετήσει, θα ήταν καλύτερα αν το είχα αφήσει/τοποθετήσει
置きっぱ おきっぱ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκατάλειψη κάποιου αντικειμένου στο σημείο όπου βρισκόταν, παράτημα
置いてきぼりを食う おいてきぼりをくう

άλλο, ρήμα

  1. 01 μένω πίσω, εγκαταλείπομαι
置き違える おきちがえる

ρήμα

  1. 01 τοποθετώ κάτι σε λάθος μέρος, παρατοποθετώ
置き床 おきどこ

ουσιαστικό

  1. 01 φορητό υπερυψωμένο δάπεδο που χρησιμοποιείται για τη δημιουργία μιας αποσπώμενης τοκονομά
置き配 おきはい

ουσιαστικό

  1. 01 παράδοση κατά την οποία το δέμα αφήνεται μπροστά από την πόρτα ή σε καθορισμένο σημείο, ασφαλής απόθεση
置き土 おきつち

ουσιαστικό

  1. 01 χώμα που μεταφέρεται από αλλού και τοποθετείται στην κορυφή
置き字 おきじ

ουσιαστικό

  1. 01 κάντζι που παραλείπονται κατά την ανάγνωση κειμένων κάνμπουν στην ιαπωνική γλώσσα
  2. 02 χαρακτήρες που αντιπροσωπεύουν επιρρήματα, συνδέσμους, κ.λπ., οι οποίοι χρησιμοποιούνται σε μια επιστολή
置き火燵 おきごたつ

ουσιαστικό

  1. 01 φορητό μαγκάλι
置碁 おきご

ουσιαστικό

  1. 01 γκo με χάντικαπ, παρτίδα γκο που παίζεται με πλεονέκτημα
置き棚 おきだな

ουσιαστικό

  1. 01 ράφι που μετακινείται, αυτοτελής ραφιέρα