38 αποτελέσματα για «羊»
羊群 ようぐん
ουσιαστικό
- 01 κοπάδι προβάτων
羊水穿刺 ようすいせんし
ουσιαστικό
- 01 αμνιοπαρακέντηση
羊毛を刈る ようもうをかる
άλλο, ρήμα
- 01 κουρεύω τα πρόβατα
羊質虎皮 ようしつこひ
ουσιαστικό
- 01 φανταχτερός αλλά κενός ουσίας, βιτρίνα χωρίς βάθος, εντυπωσιακός αλλά χωρίς πραγματική αξία
羊駱駝 アルパカ
ουσιαστικό
- 01 αλπακά (Vicugna pacos)
羊毛を梳く ようもうをすく
άλλο, ρήμα
- 01 λανάρω το μαλλί
羊水過少症 ようすいかしょうしょう
ουσιαστικό
- 01 ολιγοαμνιο
羊偏 ひつじへん
ουσιαστικό
- 01 χιτσουτζι-χεν, το ριζικό του «πρόβατο» στην αριστερή πλευρά ενός κάντζι
羊毛猿 ようもうざる
ουσιαστικό
- 01 μαλλιαρός πίθηκος (οποιοδήποτε είδος πιθήκου του Νέου Κόσμου του γένους Λαγόθριξ)
羊膜類 ようまくるい
ουσιαστικό
- 01 αμνιωτά
羊背岩 ようはいがん
ουσιαστικό
- 01 αποστρογγυλωμένος βράχος, βράχος σε σχήμα προβάτου
羊膜腔 ようまくくう
ουσιαστικό
- 01 αμνιακή κοιλότητα
羊痘 ひつじとう
ουσιαστικό
- 01 χιτσουτζιτό, μεταδοτική φλυκταινώδης δερματίτιδα, ευλογιά των προβάτων, στοματίτιδα με εφελκίδες
羊頭を掲げて狗肉を売る ようとうをかかげてくにくをうる
άλλο, ρήμα
- 01 υπόσχομαι πολλά και προσφέρω λίγα, κάνω παραπλανητική διαφήμιση, εμφανίζω κάτι καλό για να πουλήσω κάτι κατώτερο
羊脂 ようし
ουσιαστικό
- 01 λίπος προβάτου
羊革 ひつじがわ
ουσιαστικό
- 01 προβιά
羊毛協会 ようもうきょうかい
ουσιαστικό
- 01 γραφείο μαλλιού
羊
- 01 πρόβατο