92 αποτελέσματα για «義»

義兄弟 ぎきょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 κουνιάδος, θετός αδελφός, αδελφοποιτός
義理チョコ ぎりチョコ

ουσιαστικό

  1. 01 σοκολάτα υποχρέωσης (σοκολάτα που προσφέρουν οι γυναίκες σε άνδρες συναδέλφους κ.ά. λόγω κοινωνικής υποχρέωσης την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου)
義勇軍 ぎゆうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 εθελοντικός στρατός
義務的 ぎむてき

επίθετο

  1. 01 υποχρεωτικός, επιβεβλημένος, επιτακτικός
義理の姉 ぎりのあね

ουσιαστικό

  1. 01 κουνιάδα, μεγαλύτερη ετεροθαλής αδελφή
義理の兄 ぎりのあに

ουσιαστικό

  1. 01 γαμπρός, θετός αδελφός (μεγαλύτερος)
義体 ぎたい

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνητό σώμα, κυβόργιο
義肢 ぎし

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνητό μέλος
義人 ぎじん

ουσιαστικό

  1. 01 ανιδιοτελής (ευσεβής, δίκαιος) άνθρωπος
義太夫 ぎだゆう

ουσιαστικό

  1. 01 γκινταγιού (είδος αφήγησης που χρησιμοποιείται στο θέατρο μαριονετών)
義理の父 ぎりのちち

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πεθερός, πατριός, θετός πατέρας
義勇 ぎゆう

ουσιαστικό

  1. 01 ηρωισμός, πίστη και ανδρεία
義侠心 ぎきょうしん

ουσιαστικό

  1. 01 ιπποτικό πνεύμα
義理人情 ぎりにんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 καθήκον και ανθρωπιά, (μια αίσθηση) ηθικής υποχρέωσης και ανθρώπινων συναισθημάτων
義務化 ぎむか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθιστώ υποχρεωτικό, επιβάλλω
義理の母 ぎりのはは

ουσιαστικό

  1. 01 πεθερά, θετή μητέρα, μητριά
義士 ぎし

ουσιαστικό

  1. 01 πιστός ακόλουθος
義侠 ぎきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιπποτισμός, γενναιοδωρία
義父母 ぎふぼ

ουσιαστικό

  1. 01 πεθερικά
義援金 ぎえんきん

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματική δωρεά (ειδικότερα για ανακούφιση από καταστροφές ή φιλανθρωπία), εισφορά