32 αποτελέσματα για «翼»

翼状針 よくじょうしん

ουσιαστικό

  1. 01 πεταλούδα (ιατρικό εργαλείο), βελόνα με πτερύγια
翼形類 よくけいるい

ουσιαστικό

  1. 01 πτεριομορφίδια (υποκλάση δίθυρων μαλακίων)
翼葉 よくよう

ουσιαστικό

  1. 01 πτερύγιο μίσχου (φύλλου)
翼状筋 よくじょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 πτερυγοειδής μυς
  2. 02 πτερυγοειδής μυς
翼沙魚 つばさはぜ

ουσιαστικό

  1. 01 κωβιός του γένους Ριακιχθύς (Rhyacichthys aspro)
翼スパン よくスパン

ουσιαστικό

  1. 01 άνοιγμα φτερών
翼手類 よくしゅるい

ουσιαστικό

  1. 01 χειρόπτερα (δηλαδή νυχτερίδες)
翼端 よくたん

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη πτέρυγας
翼桁 よくけた

ουσιαστικό

  1. 01 δοκός πτέρυγας
翼足類 よくそくるい

ουσιαστικό

  1. 01 πτερόποδα, θαλάσσιες πεταλούδες
翼状片 よくじょうへん

ουσιαστικό

  1. 01 πτερύγιο, μάτι του σέρφερ
  1. 01 πτέρυγα, φτερό
  2. 02 αεροπλάνο
  3. 03 πλευρά, πλευρό, πτέρυγα