57 αποτελέσματα για «考»
考え方 かんがえかた
ουσιαστικό
- 01 τρόπος σκέψης, οπτική γωνία, άποψη, προσέγγιση (π.χ. σε ένα πρόβλημα), στάση
考えあぐねる かんがえあぐねる
ρήμα
- 01 διερωτώμαι χωρίς αποτέλεσμα, σπάω το κεφάλι μου μάταια, σκέφτομαι ακατάπαυστα χωρίς να καταλήγω πουθενά, αποτυγχάνω να βρω μια καλή ιδέα
考え得る かんがえうる
άλλο
- 01 είμαι νοητός, είμαι φανταστός, είμαι πιθανός
考古学 こうこがく N1
ουσιαστικό
- 01 αρχαιολογία
考査 こうさ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξέταση, έλεγχος, δοκιμασία, τεστ
考古学者 こうこがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 αρχαιολόγος
考えなし かんがえなし
ουσιαστικό
- 01 αστόχαστος, απερίσκεπτος, απρόσεκτος, αγενής
考えを伝える かんがえをつたえる
άλλο, ρήμα
- 01 εκφράζω τις σκέψεις μου
考え違い かんがえちがい
ουσιαστικό
- 01 εσφαλμένη ιδέα, παρεξήγηση, λανθασμένη εντύπωση
考え深い かんがえぶかい
επίθετο
- 01 σκεπτικός, στοχαστικός
考え物 かんがえもの
ουσιαστικό
- 01 ζήτημα που απαιτεί σκέψη, θέμα που χρειάζεται προσεκτική εξέταση, αμφίβολο ζήτημα
- 02 γρίφος, αίνιγμα
考証 こうしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έρευνα ιστορικών στοιχείων, μελέτη ιστορικών αντικειμένων
考え合わせる かんがえあわせる
ρήμα
- 01 λαμβάνω όλα υπόψη
考えにふける かんがえにふける
άλλο, ρήμα
- 01 βυθίζομαι στις σκέψεις μου, συλλογίζομαι, περισυλλογίζομαι, επεξεργάζομαι μια σκέψη
考えもつかない かんがえもつかない
άλλο, επίθετο
- 01 διανοητικά αδιανόητος, ακατανόητος, ασύλληπτος, ακατάτακτος, ανυποψίαστος
考案者 こうあんしゃ
ουσιαστικό
- 01 εφευρέτης, σχεδιαστής, σχεδιαστής πλάνων
考古学的 こうこがくてき
επίθετο
- 01 αρχαιολογικός
考究 こうきゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έρευνα, διερεύνηση, μελέτη, εξέταση, συλλογισμός, ενδελεχής ανάλυση
考古 こうこ
ουσιαστικό
- 01 μελέτη των αρχαιοτήτων, αρχαιολογία
考え深げ かんがえぶかげ
επίθετο
- 01 σκεπτικός, στοχαστικός
- 02 στοχαστικός, υποθετικός