116 αποτελέσματα για «職»
職権 しょっけん
ουσιαστικό
- 01 υπηρεσιακή εξουσία, αρμοδιότητα, αξίωμα
職人気質 しょくにんかたぎ
ουσιαστικό
- 01 πνεύμα αληθινού τεχνίτη, επαγγελματική συνείδηση, υπερηφάνεια για την τέχνη κάποιου
職務怠慢 しょくむたいまん
ουσιαστικό
- 01 αμέλεια καθήκοντος, υπηρεσιακή παράλειψη
職質 しょくしつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αστυνομικός έλεγχος (ύποπτου ατόμου), προσαγωγή για ανάκριση
職業軍人 しょくぎょうぐんじん
ουσιαστικό
- 01 επαγγελματίας στρατιωτικός
職能 しょくのう
ουσιαστικό
- 01 επαγγελματική ικανότητα
- 02 λειτουργία, ρόλος
職人技 しょくにんわざ
ουσιαστικό
- 01 δεξιοτεχνία, μαστοριά
- 02 χειροποίητος, καλλιτεχνικός
職歴 しょくれき
ουσιαστικό
- 01 προϋπηρεσία, εργασιακό ιστορικό
職探し しょくさがし
ουσιαστικό
- 01 αναζήτηση εργασίας
職場環境 しょくばかんきょう
ουσιαστικό
- 01 εργασιακό περιβάλλον, συνθήκες εργασίας
職業意識 しょくぎょういしき
ουσιαστικό
- 01 επαγγελματική συνείδηση
職掌 しょくしょう
ουσιαστικό
- 01 υπηρεσιακά καθήκοντα, αξίωμα, αρμοδιότητα
職業婦人 しょくぎょうふじん
ουσιαστικό
- 01 εργαζόμενη γυναίκα
職人芸 しょくにんげい
ουσιαστικό
- 01 τεχνίτης, μαστοριά, δεξιοτεχνία
職業訓練 しょくぎょうくんれん
ουσιαστικό
- 01 επαγγελματική κατάρτιση (για ανειδίκευτους εργαζομένους)
職場復帰 しょくばふっき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιστροφή στην εργασία, επανένταξη στον χώρο εργασίας
職を探す しょくをさがす
άλλο, ρήμα
- 01 αναζητώ εργασία, ψάχνω για δουλειά
職業倫理 しょくぎょうりんり
ουσιαστικό
- 01 επαγγελματική ηθική
職業人 しょくぎょうじん
ουσιαστικό
- 01 επαγγελματίας, εργαζόμενος
職を退く しょくをしりぞく
άλλο, ρήμα
- 01 παραιτούμαι από τη θέση μου