36 αποτελέσματα για «肌»
肌膚 きふ
ουσιαστικό
- 01 επιδερμίδα, δέρμα
肌掛け布団 はだがけぶとん
ουσιαστικό
- 01 λεπτό στρώμα (χαδακακεμπουτόν) που έρχεται σε άμεση επαφή με το δέρμα
肌脱ぐ はだぬぐ
ρήμα
- 01 βγάζω το πουκάμισό μου αποκαλύπτοντας το δέρμα, αφαιρώ το πάνω μέρος των ενδυμάτων μου
- 02 εργάζομαι με μεγάλη προσπάθεια
肌骨 きこつ
ουσιαστικό
- 01 πέτσα και κόκαλα
肌かき器 はだかきき
ουσιαστικό
- 01 στλεγγίδα (αρχαίο εργαλείο για τον καθαρισμό του δέρματος)
肌が合わない はだがあわない
άλλο, επίθετο
- 01 δεν ταιριάζω με κάποιον, έχω χημεία που δεν συμβαδίζει
肌馬 はだうま
ουσιαστικό
- 01 αναπαραγωγική φοράδα (εκτροφή αλόγων)
肌布団 はだぶとん
ουσιαστικό
- 01 λεπτό στρώμα ή πάπλωμα (σε άμεση επαφή με το δέρμα)
肌断食 はだだんじき
ουσιαστικό
- 01 αποχή από τη χρήση καλλυντικών για να επιτραπεί στο δέρμα να αναρρώσει
肌落ち はだおち
ουσιαστικό
- 01 χαλαρή κατολίσθηση βράχων
肌質 はだしつ
ουσιαστικό
- 01 υφή, αίσθηση
- 02 υφή δέρματος, ποιότητα δέρματος, τύπος δέρματος
肌トラブル はだトラブル
ουσιαστικό
- 01 δερματικά προβλήματα (για παράδειγμα ακμή)
肌の色 はだのいろ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 χρώμα δέρματος
肌見せ はだみせ
ουσιαστικό
- 01 φανέρωση δέρματος
肌ツヤ はだつや
ουσιαστικό
- 01 χρώμα δέρματος, λάμψη δέρματος
肌
- 01 υφή
- 02 δέρμα, επιδερμίδα
- 03 σώμα, σύσταση
- 04 κόκκος, νερά (π.χ. ξύλου)