54 αποτελέσματα για «肝»
肝不全 かんふぜん
ουσιαστικό
- 01 ηπατική ανεπάρκεια
肝胆相照らす かんたんあいてらす
άλλο, ρήμα
- 01 διατηρώ σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης, είμαι αχώριστος, είμαι τόσο στενά συνδεδεμένος ώστε να αποκαλύπτω στον άλλον τα βάθη της καρδιάς μου
肝動脈 かんどうみゃく
ουσιαστικό
- 01 ηπατική αρτηρία
肝に銘ずる きもにめいずる
άλλο, ρήμα
- 01 χαράζω στη μνήμη μου, βάζω καλά στο μυαλό μου
肝吸い きもすい
ουσιαστικό
- 01 σούπα με συκώτι χελιού
肝静脈 かんじょうみゃく
ουσιαστικό
- 01 ηπατική φλέβα
肝油 かんゆ
ουσιαστικό
- 01 μουρουνέλαιο (από συκώτι ψαριών, όπως μπακαλιάρος, καρχαρίας κ.ά.)
肝細胞 かんさいぼう
ουσιαστικό
- 01 ηπατοκύτταρο, ηπατικό κύτταρο
肝臓病 かんぞうびょう
ουσιαστικό
- 01 ηπατοπάθεια, ηπατική διαταραχή, ηπατική νόσος
肝機能障害 かんきのうしょうがい
ουσιαστικό
- 01 ηπατική δυσλειτουργία, διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας
肝を据える きもをすえる
άλλο, ρήμα
- 01 αποφασίζω να αντιμετωπίσω κάτι με θάρρος, παίρνω γενναία απόφαση
肝管 かんかん
ουσιαστικό
- 01 ηπατικός πόρος
肝癌 かんがん
ουσιαστικό
- 01 καρκίνος του ήπατος (ιδίως ηπατοκύτταρο)
肝細胞癌 かんさいぼうがん
ουσιαστικό
- 01 ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα
肝炎ウイルス かんえんウイルス
ουσιαστικό
- 01 ιός της ηπατίτιδας
肝玉 きもだま
ουσιαστικό
- 01 θάρρος, τόλμη, κουράγιο, πνεύμα
肝疾患 かんしっかん
ουσιαστικό
- 01 ηπατοπάθεια
肝斑 かんぱん
ουσιαστικό
- 01 μέλασμα, χλόασμα, γεροντική κηλίδα
肝臓炎 かんぞうえん
ουσιαστικό
- 01 ηπατίτιδα
肝葉 かんよう
ουσιαστικό
- 01 λοβός του ήπατος