46 αποτελέσματα για «肥»
肥馬 ひば
ουσιαστικό
- 01 παχύ άλογο
肥満症 ひまんしょう
ουσιαστικό
- 01 παχυσαρκία
肥満細胞 ひまんさいぼう
ουσιαστικό
- 01 σιτευτικό κύτταρο, μαστοκύτταρο
肥土 こえつち
ουσιαστικό
- 01 εύφορο έδαφος
肥前風土記 ひぜんふどき
ουσιαστικό
- 01 Χίζεν Φουντόκι (περιγραφή του πολιτισμού, του κλίματος κ.ά. της επαρχίας Χίζεν· περίπου 732 μ.Χ.)
肥州 ひしゅう
ουσιαστικό
- 01 Χισού (οι δύο πρώην επαρχίες Χίζεν και Χίγκο)
肥胖 ひはん
ουσιαστικό
- 01 παχυσαρκία
肥後ずいき ひごずいき
ουσιαστικό
- 01 αποξηραμένο στέλεχος γιγάντιου κολοκάσιου από την επαρχία Χίγκο (βρώσιμο ή χρησιμοποιούμενο ως σεξουαλικό βοήθημα)
肥前国風土記 ひぜんのくにふどき
ουσιαστικό
- 01 Χίζεν Φουντόκι (περιγραφή του πολιτισμού, του κλίματος κ.λπ. της επαρχίας Χίζεν· περίπου 732 μ.Χ.)
肥沃な三日月地帯 ひよくなみかづきちたい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 εύφορη ημισέληνος
肥たご こえたご
ουσιαστικό
- 01 κουβάς ακαθαρσιών, κάδος λυμάτων
肥やし桶 こやしおけ
ουσιαστικό
- 01 κουβάς κοπριάς
肥汲み こえくみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 νυχτοφύλακας (αυτός που αδειάζει τους βόθρους), νυχτοφύλακας (αυτή που αδειάζει τους βόθρους)
- 02 εκκένωση βόθρων
肥厚性鼻炎 ひこうせいびえん
ουσιαστικό
- 01 υπερτροφική ρινίτιδα
肥大した ひだいした
άλλο
- 01 διογκωμένος, παχύς, πρησμένος
肥満性 ひまんしょう
ουσιαστικό
- 01 τάση για παχυσαρκία
肥大成長 ひだいせいちょう
ουσιαστικό
- 01 δευτερογενής αύξηση (πάχυνση)
肥後椿 ひごつばき
ουσιαστικό
- 01 καμέλια χίγκο (ποικιλία της Camellia japonica)
肥後花菖蒲 ひごはなしょうぶ
ουσιαστικό
- 01 Ίριδα η λογχοειδής, ίριδα Χίγκο (είδος ιαπωνικής ίριδας)
肥筑方言 ひちくほうげん
ουσιαστικό
- 01 Χιτσίκου διάλεκτος (δυτικό Κιούσου)