56 αποτελέσματα για «胃»
胃管 いかん
ουσιαστικό
- 01 στομαχικός σωλήνας, ρινογαστρικός καθετήρας
胃痙攣 いけいれん
ουσιαστικό
- 01 γαστρόσπασμος, σπασμός στομάχου, κράμπες στομάχου
胃腸病 いちょうびょう
ουσιαστικό
- 01 γαστρεντερολογική πάθηση
胃粘膜 いねんまく
ουσιαστικό
- 01 γαστρικός βλεννογόνος
胃石 いせき
ουσιαστικό
- 01 γαστρόλιθος (πέτρα στο στομάχι)
胃拡張 いかくちょう
ουσιαστικό
- 01 γαστρική διαστολή, διάταση του στομάχου
胃下垂 いかすい
ουσιαστικό
- 01 γαστρόπτωση
胃食道逆流症 いしょくどうぎゃくりゅうしょう
ουσιαστικό
- 01 γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
胃穿孔 いせんこう
ουσιαστικό
- 01 διάτρηση στομάχου, γαστρική διάτρηση
胃部 いぶ
ουσιαστικό
- 01 γαστρική χώρα, περιοχή του στομάχου
胃切除術 いせつじょじゅつ
ουσιαστικό
- 01 γαστρεκτομή
胃内視鏡 いないしきょう
ουσιαστικό
- 01 γαστροσκόπιο
胃腸風邪 いちょうかぜ
ουσιαστικό
- 01 γαστρεντερίτιδα, ίωση του στομάχου
胃鏡 いきょう
ουσιαστικό
- 01 γαστροσκόπιο
胃散 いさん
ουσιαστικό
- 01 στομαχικό φάρμακο
胃カタル いカタル
ουσιαστικό
- 01 γαστρίτιδα
胃酸逆流 いさんぎゃくりゅう
ουσιαστικό
- 01 γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
胃洗浄器 いせんじょうき
ουσιαστικό
- 01 αντλία πλύσης στομάχου
胃アトニー いアトニー
ουσιαστικό
- 01 γαστρική ατονία
胃酸過多症 いさんかたしょう
ουσιαστικό
- 01 γαστρική υπεροξύτητα