39 αποτελέσματα για «胎»

胎蔵曼荼羅 たいぞうまんだら

ουσιαστικό

  1. 01 Μαντάλα της Μήτρας, Μαντάλα του Βασιλείου της Μήτρας, Μαντάλα του Βασιλείου της Μήτρας
胎児認知 たいじにんち

ουσιαστικό

  1. 01 αναγνώριση αγέννητου τέκνου (για σκοπούς διεκδίκησης ιθαγένειας)
胎児仮死 たいじかし

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυϊκή δυσφορία, εμβρυϊκή ασφυξία
胎齢 たいれい

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυϊκή ηλικία, ηλικία εμβρύου
胎生動物 たいせいどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ζωοτόκο ζώο
胎児性別の判定法 たいじせいべつのはんていほう

ουσιαστικό

  1. 01 προσδιορισμός του φύλου ενός παιδιού πριν από τη γέννηση (π.χ. με υπέρηχο)
胎児切迫仮死 たいじせっぱくかし

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυϊκός θάνατος λόγω ασφυξίας
胎便 たいべん

ουσιαστικό

  1. 01 μηκώνιο
胎膜 たいまく

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυϊκός υμένας, εξωεμβρυϊκός υμένας
胎脂 たいし

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυϊκό σμήγμα, βερνίκα
胎盤形成 たいばんけいせい

ουσιαστικό

  1. 01 πλακουντοποίηση
胎児性癌 たいじせいがん

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυϊκό καρκίνωμα
胎位異常 たいいいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κακή εμβρυϊκή προβολή
胎児性アルコール症候群 たいじせいアルコールしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυϊκό αλκοολικό σύνδρομο, σύνδρομο FAS
胎土 たいど

ουσιαστικό

  1. 01 πηλός αγγειοπλαστικής
胎便吸引症候群 たいべんきゅういんしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδρομο εισρόφησης μηκωνίου, MAS
胎生学者 たいせいがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυολόγος
胎息 たいそく

ουσιαστικό

  1. 01 τάισοκου (ταοϊστική πρακτική), εμβρυϊκή αναπνοή
  1. 01 μήτρα
  2. 02 μήτρα