72 αποτελέσματα για «能»
能力開発 のうりょくかいはつ
ουσιαστικό
- 01 ανάπτυξη ικανοτήτων, καλλιέργεια δυναμικού
能率的 のうりつてき
επίθετο
- 01 αποδοτικός
能吏 のうり
ουσιαστικό
- 01 ικανός αξιωματούχος, αποτελεσματικός λειτουργός
能役者 のうやくしゃ
ουσιαστικό
- 01 ηθοποιός του νο
能舞台 のうぶたい
ουσιαστικό
- 01 σκηνή νο
能動性 のうどうせい
ουσιαστικό
- 01 δραστηριότητα, κινητικότητα
能書 のうしょ
ουσιαστικό
- 01 εξαιρετική καλλιγραφία, καλλιγραφία
能登半島 のとはんとう
ουσιαστικό
- 01 Χερσόνησος Νότο (Νομός Ισικάβα)
能う限り あたうかぎり
άλλο, ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 όσο το δυνατόν περισσότερο, όσο επιτρέπουν οι δυνάμεις κάποιου, στο μέτρο του δυνατού
能楽堂 のうがくどう
ουσιαστικό
- 01 θέατρο νο
能狂言 のうきょうげん
ουσιαστικό
- 01 φάρσα νο, ιντερλούδιο νο
能事 のうじ
ουσιαστικό
- 01 κάποιου η δουλειά, κάποιος ο τομέας δραστηριότητας
能才 のうさい
ουσιαστικό
- 01 ικανότητα, ικανό άτομο
能弁家 のうべんか
ουσιαστικό
- 01 ρήτορας, δεινός ομιλητής
能筆 のうひつ
ουσιαστικό
- 01 επιδέξια καλλιγραφία, ικανός καλλιγράφος
能所 のうじょ
ουσιαστικό
- 01 υποκείμενο και αντικείμενο, ενεργητικότητα και παθητικότητα
能動態 のうどうたい
ουσιαστικό
- 01 ενεργητική φωνή
能力給 のうりょくきゅう
ουσιαστικό
- 01 αμοιβή βάσει ικανοτήτων
能力調査 のうりょくちょうさ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος ικανότητας, δοκιμασία ικανότητας
能装束 のうしょうぞく
ουσιαστικό
- 01 ενδυμασία νο