57 αποτελέσματα για «脂»
脂溶性 しようせい
ουσιαστικό, άλλο
- 01 λιποδιαλυτότητα, διαλυτότητα στα λίπη
脂肪過多 しぼうかた
ουσιαστικό
- 01 παχυσαρκία, πλεόνασμα λίπους
脂肪太り しぼうぶとり
ουσιαστικό
- 01 παχύσαρκος
脂溶性ビタミン しようせいビタミン
ουσιαστικό
- 01 λιποδιαλυτή βιταμίνη
脂漏性皮膚炎 しろうせいひふえん
ουσιαστικό
- 01 σμηγματορροϊκή δερματίτιδα, σμηγματορροϊκό έκζεμα
脂肪心 しぼうしん
ουσιαστικό
- 01 λιπώδης καρδιά
脂油 しゆ
ουσιαστικό
- 01 λιπαρό έλαιο
脂肪滴 しぼうてき
ουσιαστικό
- 01 λιπίδιο σταγονίδιο
脂太り あぶらぶとり
ουσιαστικό
- 01 παχύσαρκος, παχύσαρκο άτομο
脂坊主 あぶらぼうず
ουσιαστικό
- 01 αμπυραμπόουζου (Erilepis zonifer), αμπυραμπόουζου
脂鰭 あぶらびれ
ουσιαστικό
- 01 λιπώδες πτερύγιο
脂肪油 しぼうゆ
ουσιαστικό
- 01 λιπαρό έλαιο
脂ぎった あぶらぎった
άλλο
- 01 λαδωμένος, λιπαρός
脂肪体 しぼうたい
ουσιαστικό
- 01 λιπώδες σώμα
脂肪族化合物 しぼうぞくかごうぶつ
ουσιαστικό
- 01 αλειφατική ένωση
脂環式化合物 しかんしきかごうぶつ
ουσιαστικό
- 01 αλικυκλική ένωση
脂腺 しせん
ουσιαστικό
- 01 σμυγματογόνος αδένας
脂肪肉腫 しぼうにくしゅ
ουσιαστικό
- 01 λιποσάρκωμα
脂肪塞栓症 しぼうそくせんしょう
ουσιαστικό
- 01 λιπώδης εμβολή
脂漏 しろう
ουσιαστικό
- 01 σμηγματόρροια