37 αποτελέσματα για «脊»

脊柱管狭窄症 せきちゅうかんきょうさくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 στένωση σπονδυλικού σωλήνα
脊椎側湾症 せきついそくわんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σκολίωση
脊椎破壊 せきついはかい

ουσιαστικό

  1. 01 δισχιδής ράχη
脊髄性小児麻痺 せきずいせいしょうにまひ

ουσιαστικό

  1. 01 πολιομυελίτιδα, παιδική παράλυση
脊椎麻酔 せきついますい

ουσιαστικό

  1. 01 νωτιαία αναισθησία
脊柱側湾症 せきちゅうそくわんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σκολίωση
脊柱後弯症 せきちゅうこうわんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κύφωση
脊柱前弯症 せきちゅうぜんわんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 λόρδωση, υπερλόρδωση
脊髄ネコ せきずいネコ

ουσιαστικό

  1. 01 γάτα με αποκομμένο νωτιαίο μυελό, νωτιαία γάτα
脊椎湾曲 せきついわんきょく

ουσιαστικό

  1. 01 σπονδυλική κύρτωση
脊髄硬膜 せきずいこうまく

ουσιαστικό

  1. 01 σκληρή μήνιγγα του νωτιαίου μυελού
脊髄性筋萎縮症 せきずいせいきんいしゅくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 νωτιαιομυϊκή ατροφία, νωτιαιομυϊκή ατροφία (SMA)
脊髄梗塞 せきずいこうそく

ουσιαστικό

  1. 01 έμφραγμα νωτιαίου μυελού
脊髄圧迫 せきずいあっぱく

ουσιαστικό

  1. 01 συμπίεση νωτιαίου μυελού
脊髄灰白質炎 せきずいかいはくしつえん

ουσιαστικό

  1. 01 πολιομυελίτιδα
脊髄空洞症 せきずいくうどうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 συριγγομυελία
  1. 01 ανάστημα
  2. 02 ύψος
  3. 03 σπονδυλική στήλη