55 αποτελέσματα για «腐»
腐食性 ふしょくせい
ουσιαστικό
- 01 διαβρωτικότητα, καυστικότητα
腐す くさす
ρήμα
- 01 κακολογώ, δυσφημώ
腐朽 ふきゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σήψη, φθορά, αποσύνθεση
腐敗防止 ふはいぼうし
ουσιαστικό
- 01 πρόληψη της διαφθοράς
- 02 αντισηψία, αντισηπτικό
腐敗堕落 ふはいだらく
ουσιαστικό
- 01 εξουθένωση, διαφθορά, κατάπτωση
腐男子 ふだんし
ουσιαστικό
- 01 άνδρας που του αρέσουν τα κόμικς με ομοφυλοφιλικό έρωτα μεταξύ ανδρών (συνήθως απευθύνονται σε γυναίκες)
腐敗菌 ふはいきん
ουσιαστικό
- 01 βακτήρια σήψης, αποσυνθετικά βακτήρια, σαπρογόνα βακτήρια
腐敗性 ふはいせい
ουσιαστικό
- 01 σηπτικός, αποσυνθετικός
腐食薬 ふしょくやく
ουσιαστικό
- 01 καυστικό, διαβρωτικός παράγοντας, αντιδραστήριο χάραξης, εσχαρωτικό
腐食剤 ふしょくざい
ουσιαστικό
- 01 διαβρωτικό μέσο
腐儒 ふじゅ
ουσιαστικό
- 01 σχολαστικός λόγιος, άχρηστος μελετητής
腐敗分子 ふはいぶんし
ουσιαστικό
- 01 διεφθαρμένα στοιχεία
腐植 ふしょく
ουσιαστικό
- 01 χουμους, χούμος
腐植土 ふしょくど
ουσιαστικό
- 01 χούμος (έδαφος), φυτόχωμα
腐生 ふせい
ουσιαστικό
- 01 σαπροφαγία
腐れ金 くされがね
ουσιαστικό
- 01 ευτελές χρηματικό ποσό
腐肉食 ふにくしょく
ουσιαστικό
- 01 πτωματοφαγία
腐乳 ふにゅう
ουσιαστικό
- 01 ζυμωμένο τόφου, φουρού
腐生植物 ふせいしょくぶつ
ουσιαστικό
- 01 σαπρόφυτο
腐刑 ふけい
ουσιαστικό
- 01 ευνουχισμός