143 αποτελέσματα για «腹»

腹違い はらちがい

ουσιαστικό

  1. 01 ετεροθαλής (αδελφός/αδελφή από διαφορετική μητέρα), πατρικός
腹を決める はらをきめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποφασίζω, παίρνω μια απόφαση, καταλήγω
腹を空かす はらをすかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 πεινάω
腹を割って話す はらをわってはなす

άλλο, ρήμα

  1. 01 μιλάω ειλικρινά, μιλάω χωρίς περιστροφές, ανοίγομαι ο ένας στον άλλον, μιλάω σταράτα, μιλάω ανοιχτά βάζοντας τα πάντα στο τραπέζι, μιλάω από τα βάθη της καρδιάς μου, έχω μια εκ βαθέων συζήτηση
腹を満たす はらをみたす

άλλο, ρήμα

  1. 01 χορταίνω, ικανοποιώ την πείνα μου
腹立ち はらだち N1

ουσιαστικό

  1. 01 θυμός
腹ペコ はらぺこ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πεινασμένος, λιμασμένος
腹に据えかねる はらにすえかねる

άλλο, ρήμα

  1. 01 δεν μπορώ να συγκρατήσω τον θυμό μου, δεν μπορώ να χωνέψω
腹ばい はらばい

ουσιαστικό

  1. 01 ξαπλωμένος μπρούμυτα, έρπιν μπρούμυτα, σύρσιμο με την κοιλιά
腹芸 はらげい

ουσιαστικό

  1. 01 υποδηλώνω τα χαρακτηριστικά ενός ρόλου χωρίς χειρονομίες ή λόγο, υπονοούμενη ερμηνεία, ψυχολογική ερμηνεία
  2. 02 επιβάλλω έμμεσα τη θέλησή μου (π.χ. μέσω της δύναμης της προσωπικότητάς μου)
  3. 03 ερμηνεία με χρήση της κοιλιάς (π.χ. σχεδιάζοντας ένα πρόσωπο και κινώντας το με τους κοιλιακούς μύες), ακροβατικά που εκτελούνται πάνω στην κοιλιά ενός ξαπλωμένου ατόμου
腹を割る はらをわる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μιλάω ειλικρινά, ανοίγω τα χαρτιά μου
腹話術 ふくわじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 εγγαστριμυθία, η τέχνη του να προβάλλει κάποιος τη φωνή του
腹ごなし はらごなし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σωματική άσκηση για τη διευκόλυνση της πέψης
腹づもり はらづもり

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο, πρόθεση
腹腔 ふくくう

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλιακή κοιλότητα
腹を壊す はらをこわす

άλλο, ρήμα

  1. 01 παθαίνω στομαχική διαταραχή, έχω διάρροια
腹案 ふくあん

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπικό σχέδιο, μυστική ιδέα
腹が空く はらがすく

άλλο, ρήμα

  1. 01 πεινάω, αδειάζει το στομάχι μου
腹を探る はらをさぐる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διερευνώ τις πραγματικές προθέσεις κάποιου, βολιδοσκοπώ κάποιον, προσπαθώ να καταλάβω τι σκέφτεται κάποιος
腹の足し はらのたし

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό για να γεμίσει το στομάχι, κάτι για να χορτάσει η πείνα