28 αποτελέσματα για «膣»

膣ナラ ちなら

ουσιαστικό

  1. 01 κολπικός αέρας
膣襞 ちつひだ

ουσιαστικό

  1. 01 χείλη του αιδοίου, ρυτίδες των χειλέων του αιδοίου
膣洞 ちつどう

ουσιαστικό

  1. 01 κολπική κοιλότητα, κόλπος
膣肉 ちつにく

ουσιαστικό

  1. 01 αιδοίο
膣穴 ちつあな

ουσιαστικό

  1. 01 κόλπος
膣道 ちつどう

ουσιαστικό

  1. 01 κολπικός σωλήνας, κολπική οδός
膣性交 ちつせいこう

ουσιαστικό

  1. 01 κολπική συνουσία, κολπικό σεξ
  1. 01 κόλπος