68 αποτελέσματα για «至»

至誠 しせい

ουσιαστικό

  1. 01 ειλικρίνεια, αφοσίωση
至尊 しそん

ουσιαστικό

  1. 01 υπέρτατος σεβασμός, βαθιά σεβαστό πρόσωπο
  2. 02 ο Αυτοκράτορας
至近弾 しきんだん

ουσιαστικό

  1. 01 βολή από εξ επαφής απόσταση
至らぬ点 いたらぬてん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 έλλειψη, ελάττωμα, ατέλεια, ατέλειες
至上命令 しじょうめいれい

ουσιαστικό

  1. 01 ανεπιφύλακτη εντολή, διαταγή που επιβάλλεται να εκτελεστεί
至純 しじゅん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απόλυτη καθαρότητα
至情 しじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ειλικρίνεια, γνήσιο συναίσθημα
至大 しだい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 τεράστιος, αχανής
至妙 しみょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικός, θαυμάσιος
至芸 しげい

ουσιαστικό

  1. 01 τέχνη με αριστοτεχνική επιδεξιότητα
至聖所 しせいじょ

ουσιαστικό

  1. 01 άγιο των αγίων, άδυτο
至福感 しふくかん

ουσιαστικό

  1. 01 αισθήματα απόλυτης ευτυχίας
至福千年 しふくせんねん

ουσιαστικό

  1. 01 χιλιετία
至上権 しじょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 υπεροχή, κυριαρχία
至急便 しきゅうびん

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυμεταφορά, επείγουσα αλληλογραφία
至急電報 しきゅうでんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 επείγον τηλεγράφημα
至上神 しじょうしん

ουσιαστικό

  1. 01 υπέρτατη θεότητα
至心 ししん

ουσιαστικό

  1. 01 ειλικρίνεια
至善 しぜん

ουσιαστικό

  1. 01 το ανώτατο αγαθό
至便 しべん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικά βολικός