24 αποτελέσματα για «致»

致死突然変異 ちしとつぜんへんい

ουσιαστικό

  1. 01 θανατηφόρα μετάλλαξη
致命的誤り ちめいてきあやまり

ουσιαστικό

  1. 01 μοιραίο σφάλμα
致死的 ちしてき

επίθετο

  1. 01 θανατηφόρος, μοιραίος, φονικός
致
  1. 01 κάνω
  2. 02 κάνω
  3. 03 στέλνω
  4. 04 προωθώ
  5. 05 προκαλώ
  6. 06 ασκώ
  7. 07 υφίσταμαι
  8. 08 εμπλέκω