35 αποτελέσματα για «艶»
艶女 えんじょ
ουσιαστικό
- 01 γοητευτική γυναίκα, ελκυστική γυναίκα
艶種 つやだね
ουσιαστικό
- 01 ερωτική σχέση, ερωτική φήμη
艶福 えんぷく
ουσιαστικό
- 01 επιτυχία στον έρωτα
艶文 えんぶん
ουσιαστικό
- 01 ερωτικό γράμμα
艶容 えんよう
ουσιαστικό
- 01 γοητευτική εμφάνιση, ελκυστική παρουσία
艶物 つやもの
ουσιαστικό
- 01 ερωτική ιστορία, ιστορία πάθους
艶出し加工 つやだしかこう
ουσιαστικό
- 01 διαδικασία στίλβωσης, διαδικασία γυαλίσματος
艶消しガラス つやけしガラス
ουσιαστικό
- 01 αμμοβολημένο γυαλί, θαμπό γυαλί
艶笑小話 えんしょうこばなし
ουσιαστικό
- 01 ερωτική ιστορία
艶笑文学 えんしょうぶんがく
ουσιαστικό
- 01 χιιουμοριστική ερωτική λογοτεχνία
艶小蜂 つやこばち
ουσιαστικό
- 01 αφελινίδα (ενκάρσια φορμόζα)
艶言 えんげん
ουσιαστικό
- 01 φλερτ, ερωτικά λόγια, ερωτικές κουβέντες
艶ぼくろ つやぼくろ
ουσιαστικό
- 01 ελιά κοντά στο στόμα, ελιά ομορφιάς
艶金 つやきん
ουσιαστικό
- 01 τσουγιακίν, η διαδικασία κατά την οποία το μετάξι αποκτά ιδιαίτερη λάμψη και στιλπνότητα
艶
- 01 γυαλιστερός
- 02 λάμψη, στιλπνότητα, γυαλάδα
- 03 γλάσο, βερνίκι, λούστρο
- 04 γυάλισμα, λουστράρισμα, στιλπνότητα
- 05 γοητεία, χάρη
- 06 πολύχρωμος, ζωηρός
- 07 σαγηνευτικός, συναρπαστικός, γοητευτικός