33 αποτελέσματα για «芋»
芋ようかん いもようかん
ουσιαστικό
- 01 ράβδος από πάστα γλυκοπατάτας
芋貝 いもがい
ουσιαστικό
- 01 κωνικό κοχύλι (Conus geographus)
芋片喰 いもかたばみ
ουσιαστικό
- 01 αρθρωτό οξαλίδα (οξαλίδα η αρθρωτή)
芋を洗うよう いもをあらうよう
άλλο, επίθετο
- 01 σαν να πλένεις πατάτες (για πολυκοσμία), συνωστισμένος, υπερπλήρης, κατάμεστος
芋助 いもすけ
ουσιαστικό
- 01 χωριάτης, βλάχος
芋掘り坊主 いもほりぼうず
ουσιαστικό
- 01 αμόρφωτος μοναχός, αδαής μοναχός, μοναχός που σκάβει για πατάτες
芋洗い いもあらい
ουσιαστικό
- 01 πλύσιμο πατατών (σε κουβά)
- 02 υπερβολικός συνωστισμός, συνωστισμένος με κόσμο
芋の子を洗うよう いものこをあらうよう
άλλο, επίθετο
- 01 σαν να πλένουν πατάτες (για χώρο που έχει υπερβολικό συνωστισμό κόσμου), στριμωγμένος, ασφυκτικά γεμάτος
芋煮 いもに
ουσιαστικό
- 01 ιμόνι (σούπα με τάρο και κρέας)
芋餅 いももち
ουσιαστικό
- 01 πιτάκια από κολλώδες ρύζι και άμυλο πατάτας
芋あん いもあん
ουσιαστικό
- 01 πολτός γλυκοπατάτας
芋臭い いもくさい
επίθετο
- 01 επαρχιώτικος, ακαλλιέργητος, ντεμοντέ, άκομψος, στερούμενος φινέτσας
芋
- 01 τάρο, κολοκάσι
- 02 γιαμ, διοσκορέα
- 03 κόνδυλος