36 αποτελέσματα για «芳»
芳心 ほうしん
ουσιαστικό
- 01 ευγενείς προθέσεις
芳しくない かんばしくない
επίθετο
- 01 ανεπαρκής, μη ικανοποιητικός, ανεπιθύμητος, δυσμενής, επαίσχυντος
芳香族化合物 ほうこうぞくかごうぶつ
ουσιαστικό
- 01 αρωματική ένωση
芳書 ほうしょ
ουσιαστικό
- 01 η αξιότιμη επιστολή σας, το πολύτιμο γραπτό σας
芳墨 ほうぼく
ουσιαστικό
- 01 αρωματικό σινική μελάνη, αρωματικό σούμι
- 02 αξιότιμη επιστολή σας, εκτιμημένη γραφή σας
芳香療法 ほうこうりょうほう
ουσιαστικό
- 01 αρωματοθεραπεία
芳香油 ほうこうゆ
ουσιαστικό
- 01 αρωματικό έλαιο, αιθέριο έλαιο
芳韻 ほういん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κινεζικό ποίημα, ποίημα, ομοιοκαταληξία
芳詠 ほうえい
ουσιαστικό
- 01 ποίημα
芳縁 ほうえん
ουσιαστικό
- 01 ευνοϊκή μοίρα, τυχερή κατάληξη
芳香族性 ほうこうぞくせい
ουσιαστικό
- 01 αρωματικότητα, αρωματική ιδιότητα
芳香族アミン ほうこうぞくアミン
ουσιαστικό
- 01 αρωματική αμίνη
芳菲 ほうひ
ουσιαστικό
- 01 ευωδιά λουλουδιών
芳香族化 ほうこうぞくか
ουσιαστικό
- 01 αρωματοποίηση
芳香浴 ほうこうよく
ουσιαστικό
- 01 αρωματικό λουτρό, αρωματολουτρό
芳
- 01 άρωμα
- 02 ήπιος, ευχάριστος
- 03 ευνοϊκός, ευμενής
- 04 αρωματικός, ευωδιαστός