26 αποτελέσματα για «菜»
菜種殻 なたねがら
ουσιαστικό
- 01 φλοιοί ελαιοκράμβης
菜単 さいたん
ουσιαστικό
- 01 μενού (σε κινεζικό εστιατόριο)
菜種菜 なたねな
ουσιαστικό
- 01 ελαιοκράμβη (φυτό από το οποίο εξάγεται κραμβέλαιο, Brassica campestris)
菜好み さいごのみ
ουσιαστικό
- 01 ιδιοτροπία στο φαγητό, επιλεκτικότητα στο φαγητό
菜刀 ながたな
ουσιαστικό
- 01 μαχαίρι λαχανικών
菜
- 01 λαχανικό
- 02 συνοδευτικό πιάτο
- 03 χόρτα