56 αποτελέσματα για «華»

華燭の典 かしょくのてん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 γαμήλια τελετή
華中 かちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Κεντρική Κίνα
華人 かじん

ουσιαστικό

  1. 01 έθνικ Κινέζος (που ζει στο εξωτερικό, ειδικά με μη κινεζική υπηκοότητα), απόδημος Κινέζος
華州 かしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Ουάσινγκτον (πολιτεία)
華表 かひょう

ουσιαστικό

  1. 01 μνημείο στην είσοδο κοιμητηρίου
華冑 かちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αριστοκρατία, ευγένεια
華夷 かい

ουσιαστικό

  1. 01 Κίνα και ξένες χώρες (από την οπτική γωνία της Κίνας), πολιτισμένη γη και μη πολιτισμένη γη
華客 かかく

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιαίτεροι προσκεκλημένοι, επίσημοι καλεσμένοι
華語 かご

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζική γλώσσα
華麗なる かれいなる

άλλο

  1. 01 μεγαλοπρεπής (π.χ. σε τίτλους ταινιών και βιβλίων), λαμπρός
華鬘 けまん

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστικό διακοσμητικό στοιχείο με ποικίλα μοτίβα, κατασκευασμένο συχνά από επιχρυσωμένο χαλκό (π.χ. για τον στολισμό του εσωτερικού ιερού ενός ναού)
華府 かふ

ουσιαστικό

  1. 01 Ουάσινγκτον, η πρωτεύουσα των ΗΠΑ
華胥 かしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδεατός τόπος, τέλεια χώρα
  2. 02 μεσημεριανός ύπνος
華壇 かだん

ουσιαστικό

  1. 01 ο κόσμος της ικεμπάνα, οι κύκλοι της ικεμπάνα
華中科技大学 かちゅうかぎだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας Χουαζόνγκ, HUST
華言 かげん

ουσιαστικό

  1. 01 ανθισμένα αλλά κενά λόγια, στόμφος, αναπόδεικτες δηλώσεις
  2. 02 κινεζική γλώσσα
華甲 かこう

ουσιαστικό

  1. 01 εξηκοστά γενέθλια, ηλικία εξήντα ετών
華商 かしょう

ουσιαστικό

  1. 01 Κινέζοι έμποροι στο εξωτερικό
華を去り実に就く かをさりじつにつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναζητώ την ουσία και όχι τη βιτρίνα, εγκαταλείπω το άνθος για τον καρπό
華字 かじ

ουσιαστικό

  1. 01 κινέζικος χαρακτήρας