73 αποτελέσματα για «葉»

葉酸 ようさん

ουσιαστικό

  1. 01 φυλλικό οξύ
葉風 はかぜ

ουσιαστικό

  1. 01 αύρα που θροΐζει μέσα στα φύλλα
葉柄 ようへい

ουσιαστικό

  1. 01 μίσχος φύλλου, μίσχος
葉隠れ はがくれ

ουσιαστικό

  1. 01 κρύψιμο μέσα στα φύλλα
葉緑素 ようりょくそ

ουσιαστικό

  1. 01 χλωροφύλλη
葉緑体 ようりょくたい

ουσιαστικό

  1. 01 χλωροπλάστης
葉牡丹 はぼたん

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικό λάχανο (Brassica oleracea var. acephala)
葉鶏頭 はげいとう

ουσιαστικό

  1. 01 αμάραντος ο τρίχρωμος, η γνωστή διακοσμητική ποικιλία φυτού
葉越し はごし

ουσιαστικό

  1. 01 ανάμεσα από τα φύλλα, μέσα από τα φύλλα
葉蘭 はらん

ουσιαστικό

  1. 01 ασπιδίστρα (Aspidistra elatior)
  2. 02 μπάραν, πράσινο πλαστικό διακοσμητικό (αρχικά κατασκευασμένο από φύλλα) που χρησιμοποιείται σε κουτιά γεύματος, με σούσι, κ.λπ.
葉形 ようけい

ουσιαστικό

  1. 01 σχήμα φύλλου
葉菜類 ようさいるい

ουσιαστικό

  1. 01 φυλλώδη λαχανικά
葉状 ようじょう

ουσιαστικό

  1. 01 φυλλόμορφος
葉書大 はがきだい

ουσιαστικό

  1. 01 μέγεθος ταχυδρομικής κάρτας
葉肉 ようにく

ουσιαστικό

  1. 01 μεσόφυλλο
葉巻タバコ はまきタバコ

ουσιαστικό

  1. 01 πούρο
葉身 ようしん

ουσιαστικό

  1. 01 έλασμα φύλλου, λεπίδα
  2. 02 φυλλόμορφος, ελασμοειδής
葉長石 ようちょうせき

ουσιαστικό

  1. 01 πεταλίτης
葉たばこ はタバコ

ουσιαστικό

  1. 01 φύλλο καπνού
葉腋 ようえき

ουσιαστικό

  1. 01 μασχάλη φύλλου