24 αποτελέσματα για «蓮»

蓮角 れんかく

ουσιαστικό

  1. 01 γιακάνα (ιδιαίτερα η υδροφασιανός ο χειρουργός, Hydrophasianus chirurgus), πουλί των λωτών
蓮餅 はすもち

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκό από άμυλο ρίζας λωτού
蓮の実 はすのみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σπόρος λωτού, καρπός λωτού
  1. 01 λωτός