24 αποτελέσματα για «蔓»
蔓巻発条 つるまきばね
ουσιαστικό
- 01 ελατήριο, ελικοειδές ελατήριο
蔓菜 ツルナ
ουσιαστικό
- 01 τετραγωνία (Tetragonia tetragonioides), γνωστό και ως σπανάκι της Νέας Ζηλανδίας
蔓日々草 ツルニチニチソウ
ουσιαστικό
- 01 βίνκα η μείζων, βίνκα η μεγάλη
蔓
- 01 κλήμα, αναρριχητικό φυτό
- 02 έλικας (φυτού), βλαστός
- 03 επιρροή, επίδραση
- 04 διασυνδέσεις, γνωριμίες
- 05 καλές υπηρεσίες
- 06 απλώνομαι, διαδίδω
- 07 απλώνομαι άτακτα, εξαπλώνομαι
- 08 ευδοκιμώ, αναπτύσσομαι
- 09 ανεξέλεγκτος, αχαλίνωτος
- 10 ισχυρός, δυνατός