27 αποτελέσματα για «蔵»
蔵払い くらばらい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ξεκαθάρισμα αποθήκης, ξεπούλημα
蔵ざらえ くらざらえ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ξεπούλημα
蔵骨器 ぞうこつき
ουσιαστικό
- 01 τεφροδόχος, κάλπη
蔵入り くらいり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναβολή (ταινίας, έργου κ.λπ.), παραπομπή στις καλένδες, αναστολή, απόσυρση από τη δημοσίευση
- 02 αποθήκευση, αντικείμενο σε αποθήκευση, εμπορεύματα σε αποθήκη
蔵品 ぞうひん
ουσιαστικό
- 01 κειμήλιο, απόκτημα
蔵置 ぞうち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποθήκευση (ειδικά σε αποθήκη), κατάθεση
蔵
- 01 αποθήκη
- 02 κρύβω
- 03 κατέχω
- 04 έχω
- 05 κατέχω