51 αποτελέσματα για «藍»

藍銅鉱 らんどうこう

ουσιαστικό

  1. 01 αζουρίτης
藍革 あいかわ

ουσιαστικό

  1. 01 λουλακί βαμμένο δέρμα
藍型 あいがた

ουσιαστικό

  1. 01 βαφή με στένσιλ που παράγεται με διάφορες αποχρώσεις του λουλακιού
藍摺り あいずり

ουσιαστικό

  1. 01 εκτύπωση ουκίγιο-έ που παράγεται με διάφορες αποχρώσεις του λουλακιού (και μερικές φορές μικρές ποσότητες κιννάβαρης ή κίτρινου χρώματος)
  2. 02 τεχνική βαφής μοτίβου σε ύφασμα ή χαρτί με τρίψιμο φύλλων λουλακιού
藍墨 あいずみ

ουσιαστικό

  1. 01 ινδικό κερί σε σχήμα ράβδου μελανιού
藍衣社員 らんいしゃいん

ουσιαστικό

  1. 01 χειρώνακτας, εργάτης (υπάλληλος)
藍鮫 あいざめ

ουσιαστικό

  1. 01 κάθε καρχαρίας του γένους Centrophorus (ειδικότερα ο αϊζάμε, Centrophorus atromarginatus)
藍摺絵 あいずりえ

ουσιαστικό

  1. 01 εκτύπωση ουκίγιο-έ που παράγεται με διάφορες αποχρώσεις του λουλακιού (και μερικές φορές μικρές ποσότητες κιννάβαρη ή κίτρινου)
藍色細菌 あいいろさいきん

ουσιαστικό

  1. 01 κυανοβακτήριο, κυανοβακτηρίδιο
藍革縅 あいかわおどし

ουσιαστικό

  1. 01 η συνένωση τμημάτων πανοπλίας με βαμμένο σε λουλακί χρώμα δέρμα, πανοπλία που συγκρατείται με βαμμένο σε λουλακί χρώμα δέρμα
藍返し あいがえし

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύ επαναβάψιμο με λουλακί
藍隈 あいぐま

ουσιαστικό

  1. 01 μπλε μακιγιάζ (ιντιγκό) που χρησιμοποιείται στο καμπούκι
藍汁 あいしる

ουσιαστικό

  1. 01 μείγμα ασβέστη και ζυμωμένων φύλλων λουλακιού που προκύπτει αφού κατακαθίσει η χρωστική ουσία από τα φύλλα (παραπροϊόν στη διαδικασία παρασκευής βαφής λουλακιού)
藍蝋 あいろう

ουσιαστικό

  1. 01 αιρό, κυλινδρικό σχήμα από αφρό χρωστικής λουλακιού, που φτιάχνεται συχνά βράζοντας τον αφρό με καυστική σόδα, και χρησιμοποιείται για τον χρωματισμό πινάκων, κ.λπ.
藍鞣 あいなめし

ουσιαστικό

  1. 01 βαμμένο με λουλακί δέρμα
藍染め付け あいそめつけ

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικά βαμμένα με λουλακί, ύφασμα με μοτίβο λουλακί
藍染屋 あいぞめや

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνίτης λουλακιού, βαφέας με λουλακί
藍蓼 あいたで

ουσιαστικό

  1. 01 αιτάντε (Persicaria tinctoria, φυτό που χρησιμοποιείται για την παραγωγή χρωστικής ινδικού)
藍茸 あいたけ

ουσιαστικό

  1. 01 αιτάκε (Russula virescens), πράσινη ρούσουλα, ρωγμώδης πράσινη ρούσουλα
藍みどろ あいみどろ

ουσιαστικό

  1. 01 οσιλλατόρια (κυανοβακτήριο)