25 αποτελέσματα για «藪»
藪蘇鉄 ヤブソテツ
ουσιαστικό
- 01 κυρτόμιο του Φόρτσουν (Cyrtomium fortunei)
藪内流 やぶのうちりゅう
ουσιαστικό
- 01 σχολή Γιαμπουνούτσι της τελετής του τσαγιού
藪知らず やぶしらず
ουσιαστικό
- 01 λαβύρινθος, δαίδαλος
藪漕ぎ やぶこぎ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πεζοπορία μέσα από πυκνή βλάστηση, διάνοιξη διαδρομής μέσα από θαμνότοπο, bushwhacking
藪
- 01 πυκνή βλάστηση
- 02 θάμνος
- 03 χαμόκλαδα
- 04 άλσος