24 αποτελέσματα για «蚊»

蚊の食うほどにも思わぬ かのくうほどにもおもわぬ

άλλο

  1. 01 ατάραχος, αμέριμνος, ανεπηρέαστος
蚊遣器 かやりき

ουσιαστικό

  1. 01 συσκευή για την απώθηση κουνουπιών μέσω εξάτμισης ή καύσης
蚊よけ かよけ

ουσιαστικό

  1. 01 αντικουνουπικό
  1. 01 κουνούπι