27 αποτελέσματα για «蜂»
蜂巣織炎 ほうそうしきえん
ουσιαστικό
- 01 κυτταρίτιδα, φλεγμονή
蜂巣胃 ほうそうい
ουσιαστικό
- 01 δικτυωτό στομάχι (δεύτερο στομάχι των μηρυκαστικών)
蜂房 ほうぼう
ουσιαστικό
- 01 κυψέλη, μελίσσι
蜂毒 はちどく
ουσιαστικό
- 01 δηλητήριο μέλισσας
蜂球 ほうきゅう
ουσιαστικό
- 01 σμήνος (μελισσών), μπάλα μελισσών, σφαιρικός σχηματισμός μελισσών
蝶のように舞い、蜂のように刺す ちょうのようにまいはちのようにさす
άλλο, ρήμα
- 01 πετά σαν πεταλούδα, κεντά σαν μέλισσα
蜂
- 01 μέλισσα
- 02 σφήκα
- 03 γιγαντόσφηκα