28 αποτελέσματα για «蜜»

蜜蝋石 みつろうせき

ουσιαστικό

  1. 01 μιτσοροουσέκι (μέλιτο)
蜜砂糖 みつざとう

ουσιαστικό

  1. 01 μελάσα, σιρόπι ζάχαρης
蜜人 みつじん

ουσιαστικό

  1. 01 μούμια
蜜標 みつひょう

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι νέκταρος (μιτσουχιό), σημάδι γύρης, σημάδι λουλουδιού
蜜墨 みつすみ

ουσιαστικό

  1. 01 πιστωτική κάρτα Μιτσούι Σουμιτόμο
蜜肉 みつにく

ουσιαστικό

  1. 01 θηλυκά γεννητικά όργανα
蜜液 みつえき

ουσιαστικό

  1. 01 ερωτικά υγρά, σεξουαλικά υγρά, ερωτικά ζουμιά
  1. 01 μέλι
  2. 02 νέκταρ
  3. 03 μελάσα