32 αποτελέσματα για «融»

融氷期 ゆうひょうき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος τήξης των πάγων, απόψυξη, εποχή κατά την οποία λιώνουν οι πάγοι
融通手形 ゆうずうてがた

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμάτιο διευκόλυνσης
融接 ゆうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 συγκόλληση με τήξη
融雪ヒータ ゆうせつヒータ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμαντήρας τήξης χιονιού
融氷液 ゆうひょうえき

ουσιαστικό

  1. 01 αποπαγωτικό, υγρό αποπάγωσης
融雪機 ゆうせつき

ουσιαστικό

  1. 01 μηχάνημα τήξης χιονιού, συσκευή τήξης χιονιού
融通念仏宗 ゆうずうねんぶつしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Γιουζού Νενμπούτσου (σχολή του βουδισμού της Αγνής Χώρας)
融解塩 ゆうかいえん

ουσιαστικό

  1. 01 τηγμένο άλας, λιωμένο άλας
融け水 とけみず

ουσιαστικό

  1. 01 νερό τήξης
融着 ゆうちゃく

ουσιαστικό

  1. 01 σύντηξη, συγκόλληση, ανάμειξη
融雪剤 ゆうせつざい

ουσιαστικό

  1. 01 χημικό μέσο τήξης χιονιού
  1. 01 διαλύω
  2. 02 λιώνω