48 αποτελέσματα για «衆»

衆口 しゅうこう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή γνώμη, η γνώμη του κόσμου, τα λόγια του πλήθους
衆参 しゅうさん

ουσιαστικό

  1. 01 βουλή των αντιπροσώπων και βουλή των συμβούλων, τα δύο σώματα της ιαπωνικής δίαιτας
衆議一決 しゅうぎいっけつ

ουσιαστικό

  1. 01 λήψη απόφασης ομόφωνα ή μέσω συναίνεσης
衆院議員 しゅういんぎいん

ουσιαστικό

  1. 01 βουλευτής της κάτω βουλής, μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων
衆評 しゅうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή γνώμη
衆議院解散 しゅうぎいんかいさん

ουσιαστικό

  1. 01 διάλυση της βουλής των αντιπροσώπων
衆院予算委 しゅういんよさんい

ουσιαστικό

  1. 01 επιτροπή προϋπολογισμού της βουλής των αντιπροσώπων της δίαιτας
衆多 しゅうた

ουσιαστικό

  1. 01 πλήθος, μεγάλος αριθμός
衆論 しゅうろん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή γνώμη
衆庶 しゅうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 λαϊκές μάζες, απλός κόσμος
衆説 しゅうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 διάφορες θεωρίες
衆俗 しゅうぞく

ουσιαστικό

  1. 01 οι μάζες, ο απλός κόσμος
衆院解散 しゅういんかいさん

ουσιαστικό

  1. 01 διάλυση της κάτω βουλής του κοινοβουλίου
衆目一致 しゅうもくいっち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθολική συμφωνία, ευρεία συναίνεση
衆院予算委員会 しゅういんよさんいいんかい

ουσιαστικό

  1. 01 επιτροπή προϋπολογισμού της βουλής των αντιπροσώπων της δίαιτας
衆口一致 しゅうこういっち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μιλάω με μία φωνή, είμαι ομόφωνος
衆盲 しゅうもう

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλό πλήθος, αδαή μάζα, ακατατόπιστες μάζες
  2. 02 πολλοί τυφλοί άνθρωποι
衆意 しゅうい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή γνώμη
衆苦充満 しゅくじゅうまん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γεμάτος με αναρίθμητα βάσανα
衆議院議長 しゅうぎいんぎちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόεδρος της βουλής των αντιπροσώπων