37 αποτελέσματα για «街»

街衢 がいく

ουσιαστικό

  1. 01 πόλη
街頭アンケート がいとうアンケート

ουσιαστικό

  1. 01 δημοσκόπηση στον δρόμο, έρευνα γνώμης που διενεργείται στον δρόμο, ερωτηματολόγιο δρόμου
街着 まちぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ρούχα δρόμου, ρούχα πόλης
街談巷説 がいだんこうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 φήμες του δρόμου και ανυπόστατες φήμες
街宣 がいせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διενεργώ προπαγανδιστική δράση (πολιτικού περιεχομένου) στους δρόμους
街頭募金 がいとうぼきん

ουσιαστικό

  1. 01 συγκέντρωση χρημάτων στον δρόμο
街頭宣伝 がいとうせんでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διεξαγωγή πολιτικής προπαγάνδας στον δρόμο
街録 がいろく

ουσιαστικό

  1. 01 συνέντευξη δρόμου (μαγνητοσκοπημένη)
街頭録音 がいとうろくおん

ουσιαστικό

  1. 01 συνέντευξη δρόμου, ηχογράφηση απόψεων περαστικών
街談巷語 がいだんこうご

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνικές φήμες και φλυαρίες του δρόμου, ανυπόστατες διαδόσεις
街商 がいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 μικροπωλητής δρόμου
街図 まちず

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτης πόλης
街路アドレス がいろアドレス

ουσιαστικό

  1. 01 διεύθυνση οδού
街頭犯罪 がいとうはんざい

ουσιαστικό

  1. 01 έγκλημα δρόμου
街宣右翼 がいせんうよく

ουσιαστικό

  1. 01 ακροδεξιά οργάνωση, ειδικά εκείνη που χρησιμοποιεί προπαγανδιστικά φορτηγά (γνωστά ως black van)
街明かり まちあかり

ουσιαστικό

  1. 01 φώτα της πόλης
  1. 01 λεωφόρος
  2. 02 δρόμος, οδός
  3. 03 πόλη, κωμόπολη