45 αποτελέσματα για «袋»

袋蜘蛛 フクログモ

ουσιαστικό

  1. 01 φουκουρογκούμο (οποιαδήποτε αράχνη της οικογένειας Clubionidae)
  2. 02 Άτιπους κάρσκι (ασιατικό είδος μυγαλομορφικής αράχνης)
袋文字 ふくろもじ

ουσιαστικό

  1. 01 φουκουρομότζι (γράμμα με περίγραμμα, γραμματοσειρά χωρίς γέμισμα)
袋縫い ふくろぬい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γαλλική ραφή
袋織 ふくろおり

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος διπλής ύφανσης που παράγει σωληνοειδές ύφασμα, κοίλη ύφανση, διπλή ύφανση
袋鼯鼠 ふくろももんが

ουσιαστικό

  1. 01 γλαυροβόλαρος, είδος ιπτάμενου μαρσιποφόρου (Petaurus breviceps)
袋虫 ふくろむし

ουσιαστικό

  1. 01 ριζοκέφαλα (παρασιτικά κωπήποδα)
袋手長猿 ふくろてながざる

ουσιαστικό

  1. 01 σιαμάγκ (είδος γίβωνα, Symphalangus syndactylus)
袋鰻 ふくろうなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φουκουροουνάγκι (πελαργόχελο, είδος βαθύβιου ψαριού)
袋狼 ふくろおおかみ

ουσιαστικό

  1. 01 φουκουροοκάμι (Thylacinus cynocephalus), θυλακίνος, τασμανικός λύκος
袋耳 ふくろみみ

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετική μνήμη, ικανότητα να συγκρατεί κανείς εύκολα ό,τι ακούει
  2. 02 διπλοΰφαντο τελείωμα υφάσματος
  3. 03 κρυπτοτία, αυτί σε σχήμα θήκης
袋小路文 ふくろこうじぶん

ουσιαστικό

  1. 01 εύκολα παρεξηγήσιμη πρόταση, πρόταση αδιέξοδο (garden-path sentence), πρόταση τυφλό σοκάκι
袋蟻食 ふくろありくい

ουσιαστικό

  1. 01 ναμπάτ (Myrmecobius fasciatus), ριγωτός μυρμηγκοφάγος
袋茸 ふくろたけ

ουσιαστικό

  1. 01 αγαρικό το αχυρώδες (Volvariella volvacea), μανιτάρι του άχυρου
袋熊 ふくろぐま

ουσιαστικό

  1. 01 κοάλα (Phascolarctos cinereus)
  2. 02 διάβολος της Τασμανίας (Sarcophilus harrisii)
袋狐 ふくろぎつね

ουσιαστικό

  1. 01 κοινό βουρτσόουρο πόσουμ (Trichosurus vulpecula)
袋八目 ふくろやつめ

ουσιαστικό

  1. 01 σακοειδής λάμπρεα (Γεώτρια η νότια), πλατύστομη λάμπρεα
袋猫 ふくろねこ

ουσιαστικό

  1. 01 κγουόλ (γένος Dasyurus)
袋鼯鼠騙 ふくろももんがだまし

ουσιαστικό

  1. 01 γυμνοβελίδης του Λιντμπίτερ (Gymnobelideus leadbeateri)
袋果 たいか

ουσιαστικό

  1. 01 θύλακας
袋土竜 ふくろもぐら

ουσιαστικό

  1. 01 νότιος μαρσιποφόρος τυφλοπόντικας (Notoryctes typhlops)