35 αποτελέσματα για «袖»

袖乞い そでごい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ζητιάνος
袖搦 そでがらみ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλικό όπλο με άγκιστρα για τη σύλληψη εγκληματιών (περίοδος Έντο)
袖手傍観 しゅうしゅぼうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακολουθώ με σταυρωμένα τα χέρια (έχοντας τα χέρια μέσα στα μανίκια), παραμένω παθητικός θεατής
袖の露 そでのつゆ

ουσιαστικό

  1. 01 δάκρυα που πέφτουν στο μανίκι
袖無し羽織 そでなしばおり

ουσιαστικό

  1. 01 αμάνικο χαόρι
袖柱 そでばしら

ουσιαστικό

  1. 01 μικροί στύλοι που στηρίζουν τους κύριους στύλους μιας πύλης τόριι ή μιας πύλης ναού
袖枕 そでまくら

ουσιαστικό

  1. 01 χρήση των μανικιών του κιμονό ως προσκεφάλι
袖の振り合わせも他生の縁 そでのふりあわせもたしょうのえん

άλλο

  1. 01 ακόμα και το τυχαίο άγγιγμα των μανικιών με έναν περαστικό οφείλεται στο πεπρωμένο
袖珍版 しゅうちんばん

ουσιαστικό

  1. 01 σουτσουμπάν (έκδοση βιβλίου τσέπης)
袖ビーム そでビーム

ουσιαστικό

  1. 01 καμπυλωτό άκρο προστατευτικού κιγκλιδώματος αυτοκινητοδρόμου
袖壁 そでかべ

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρικό τοίχωμα, παράπλευρο τοίχωμα
袖標 そでじるし

ουσιαστικό

  1. 01 σοτετζίρουσι, μικρή σημαία ή κομμάτι υφάσματος που φοριέται στην πανοπλία του ώμου για τη διάκριση φίλιων και εχθρικών δυνάμεων στο πεδίο της μάχης
袖机 そでづくえ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο γραφείου με συρτάρια στη μία πλευρά
袖烏賊 ソデイカ

ουσιαστικό

  1. 01 σωδεικά (Thysanoteuthis rhombus), διαμαντόκαλαμαρι, ρομβοειδές καλαμάρι
  1. 01 μανίκι
  2. 02 πτέρυγα (κτιρίου)
  3. 03 προέκταση, παράρτημα
  4. 04 συμπεριφέρομαι ψυχρά, δείχνω αδιαφορία